Ποινικό Δίκαιο - Βόμβα Μολοτωφ - Στοιχεία εμπρηστικού και εκρηκτικού μηχανισμού - Κατασκευή και κατοχή εκρηκτικών υλών - 272ΠΚ - Εμπρησμός

Ανατροπή στην σχεδόν πάγια νομολογία των δικαστηρίων μας προκαλεί το ΝαυτΠειρΣυμβ 16/2020 το οποίο έκρινε ότι η βόμβα μολότοφ όταν ρίπτεται σε εξωτερικό χώρο δεν αποτελεί εκρηκτικό αλλά εμπρηστικό μηχανισμό. Βασικότερη συνέπεια της θεώρησης αυτής είναι η αδυναμία εφαρμογής των διατάξεων σχετικών με τα όπλα και τις εκρηκτικές ύλες.

Το Ναυτοδικείο Πειραιώς με το υπ’ αριθ. 16/2020 βούλευμα του απέδωσε διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό στην βόμβα μολότοφ που ρίπτεται σε εξωτερικό χώρο θεωρώντας την όχι ως εκρηκτικό αλλά ως εμπρηστικό μηχανισμό. Με την παραπάνω απόφαση ανατρέπεται η πάγια μέχρι σήμερα νομολογία των δικαστηρίων μας που θεωρούσε την ρίψη βόμβας μολότοφ σε εξωτερικό χώρο ως εκρηκτικό μηχανισμό με αποτέλεσμα να εφαρμόζει στο παρελθόν στη περίπτωση αυτή τις σχετικές διατάξεις του ν. 2168/1993 τουλάχιστον μέχρι την αλλαγή που έφερε ο ν. 4619/2019 όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 4637/2019 όπου οι πράξεις της έκρηξης, κατασκευής και κατοχής εκρηκτικών υλών, οι οποίες μεταξύ τους συρρέουν αληθώς, περιέχουν ως αξιόποινη συμπεριφορά τόσο την
παράνομη οπλοφορία και χρήση εκρηκτικών υλών (σχετικά άρθρα 10 και 12 ν.2168/1993) όσο και την οπλοχρησία (14 ν.2168/1993), συρρέουν φαινομενικά με τις σχετικές διατάξεις του ΠΚ και καλύπτονται από αυτές.

Είναι χαρακτηριστικό πως η εν λόγω απόφαση φαίνεται να αποδέχεται την παλαιόθεν εκφρασθείσα άποψη του Αντιστράτηγου – Υπαρχηγού ΠΣ και νομικού Ανδριανού Γκούρμπατση σε μελέτες του σε νομικά περιοδικά όσο και σε μονογραφία του. Είναι χαρακτηριστικό πως σε νεότερη μελέτη του (Η ποινική αξιολόγηση της βόμβας μολότοφ στο νέο Ποινικό Κώδικα ΠοινΔικ 11/2020 σελ. 1132 επ.) αναφέρει πως η βόμβα μολότοφ αποτελεί είδος αυτοσχέδιου εμπρηστικού και όχι εκρηκτικού μηχανισμού ή βόμβας, η οποία είναι μέσο επιθετικό και φονικό εξαιτίας των παραγομένων πρωτογενώς και ακαριαίων εμπρηστικών αποτελεσμάτων και μόνον κατ՚ εξαίρεση και υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και συνθήκες, δηλαδή μόνο σε εσωτερικό (κλειστό) χώρο μπορεί να προκαλέσει και έκρηξη, οπότε στις περιπτώσεις αυτές έχει διφυή χαρακτήρα όντας ταυτόχρονα εμπρηστικός – εκρηκτικός μηχανισμός.

Έτσι και το Ναυτοδικείο Πειραιώς δικάζοντας σε συμβούλιο έκρινε πως ουσιώδης στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης της έκρηξης είναι η πρόκληση της έκρηξης η οποία αποτελεί ένα φαινόμενο όλως αιφνίδιο και κατά τη διάρκεια του οποίου ελευθερώνονται αέρια που τελούν υπό υψηλή εξωθητική πίεση ή παράγονται σε ελάχιστο χρόνο και των οποίων η διαστολή σε πολλαπλάσιο του αρχικού όγκου προκαλεί ισχυρό μηχανικό αποτέλεσμα, που συνοδεύεται από κρότο, παροδική λάμψη και έκλυση θερμότητας ή ωστικής δύναμης. Άλλωστε δέχεται το παραπάνω βούλευμα η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 περ. ε’ του ν. 2168/1993 παρέμεινε αναλλοίωτη μετά την τροποποίηση της σχετικής παραγράφου με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 4678/2020 κατά την οποία, νοούνται ως «εκρηκτικές ύλες» τα στερεά ή υγρά σώματα, που από οποιαδήποτε αιτία υφίστανται χημική μεταβολή και μετατρέπονται σε αέριες μάζες με συνθήκες υψηλών θερμοκρασιών και πιέσεων, με αποτελέσματα βλητικά ή εκρηκτικά.

Μετά τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο έκρινε ως λανθασμένη την άποψη της νομολογίας που θεωρεί την μολότοφ ως εκρηκτικό μηχανισμό θεωρώντας ως άμεσο αποτέλεσμα της ρίψης αυτής την έκρηξη και όχι την πυρκαγιά η οποία επιτυγχάνεται μέσω της ανάφλεξης και της ανύψωσης της θερμοκρασίας
βίαιη ρήξη των τοιχωμάτων της φιάλης και την απελευθέρωση αερίων, Ως επιχειρήματα χρησιμοποιεί το γεγονός πως με τον μηχανισμό της μολότοφ η θραύση της φιάλης προκαλείται λόγω της πρόσκρουσης αυτής στο στόχο (και όχι λόγω αύξησης της θερμοκρασίας της με ταυτόχρονη βίαιη έκλυση αερίων), ενώ η ανάφλεξη των υλικών πραγματοποιείται στη συνέχεια και κατόπιν της θραύσης, χωρίς να προκαλείται κάποια χημική μεταβολή με βλητικό ή εκρηκτικό αποτέλεσμα. Με δεδομένο πως κύριο συστατικό της μολότοφ είναι η βενζίνη, που ως πολύ εύφλεκτο υγρό, εξαιτίας της υψηλής πτητικότητάς της, σχηματίζει ατμούς πάνω από την ελεύθερη επιφάνειά της, οι οποίοι μπορούν να αναφλεγούν όταν υπάρχει φλόγα, σπινθήρας κ.α. τα αέρια μείγματα μπορούν να εκραγούν μόνο όταν βρίσκονται σε ένα συγκεκριμένο εύρος συγκεντρώσεων (όρια εκρηκτικότητας) που για τη βενζίνη είναι 1,5-7,5%.

Έτσι καταλήγει το βούλευμα πως η βόμβα μολότοφ που εκσφενδονίζεται σε εξωτερικό περιβάλλον δεν μπορεί να προκαλέσει έκρηξη, γιατί η συγκέντρωση των αερίων (ατμών βενζίνης/ατμοσφαιρικού αέρα) είναι πάντοτε μικρότερη από το κατώτερο αναφλέξιμο μίγμα, δηλαδή βρίσκεται κάτω από το 1,5% και συνεπώς είναι πολύ φτωχό, ως καύσιμο μίγμα, λόγω της παρουσίας μεγάλο ποσοστού οξυγόνου του ατμοσφαιρικού αέρα και αντίστοιχα μικρού ποσοστού ατμών βενζίνης. Με τις σκέψεις αυτές το βούλευμα θεώρησε πως στην εξεταζόμενη περίπτωση η ρίψη κοκτέιλ μολότοφ δεν προκαλεί έκρηξη και άρα δεν πληρούται η αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της έκρηξης του άρθρου 272 ΠΚ σύμφωνα με το οποίο είχε προτείνει ο εισαγγελέας να παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος.

Μάλιστα η απόφαση καταλήγει πως η φύση του κοκτέιλ μολότοφ ως όπλου δεν ενδείκνυται για πρόκληση βλάβης σε ανθρώπους που βρίσκονται σε εξωτερικό χώρο αλλά ως εμπρηστικός μηχανισμός πολύ μικρού μεγέθους είναι αποτελεσματικός όταν εκτοξεύεται σε οχήματα ή κτίρια όπου η φωτιά μπορεί να μεταδοθεί και επεκταθεί. Στη συνέχει αναφέρει πως το κοκτέιλ μολότοφ μπορεί να αποβεί θανατηφόρο όπλο όταν εντός των οχημάτων ή κτιρίων στόχων βρίσκονται άνθρωποι που εγκλωβίζονται αλλά και σε αυτήν την περίπτωση πάντως, οι βλάβες δεν προκαλούνται από την ίδια τη μολότοφ αλλά από την πυρκαγιά που αυτή προκαλεί.

Με αυτές τις σκέψεις λοιπόν και δεδομένου ότι στην εξεταζόμενη περίπτωση έτσι όπως κρίθηκε οι μολότοφ που πετούσε ο κατηγορούμενος αντικειμενικά δεν θα μπορούσαν να προκαλέσουν σοβαρή σωματική βλάβη σε κάποιον επειδή αφενός μεν οι μόνοι που βρίσκονταν στην ακτίνα βολής του ήταν οι άνδρες των ΜΑΤ, αυτοί δε έφεραν εξάρτυση αντιμετώπισης ταραχών δηλαδή ήταν αρκετά προστατευμένοι από ρίψεις μολότοφ ενώ και το κοκτέιλ μολότοφ που εκτοξεύεται νύχτα είναι ορατό διότι φλέγεται και δεν έχει μεγάλη ταχύτητα βολής διότι ρίχνεται με το χέρι και υπάρχει χρόνος αποφυγής του. Ακόμα δε και εάν για οποιονδήποτε λόγο δεν καθίστατο δυνατή η αποφυγή του, δεν υπήρχε πιθανότητα εξάπλωσης της φωτιάς στη στολή αστυνομικών επειδή στην υπό κρίση περίπτωση δίπλα τους επιχειρούσε θωρακισμένο όχημα εκτόξευσης νερού και άλλωστε όλες οι διμοιρίες ΜΑΤ διαθέτουν φορητό πυροσβεστήρα. Για το λόγο αυτό θεωρήθηκε πως ο κατηγορούμενος δεν επιδίωκε με τη ρίψη των κοκτέιλ μολότοφ να προκαλέσει βαριά σωματική βλάβη σε κάποιον αστυνομικό αφού σε διαφορετική περίπτωση θα χρησιμοποιούσε άλλα μέσα κατάλληλα για το σκοπό αυτό, όπως φωτοβολίδες σε ευθεία βολή ή πέτρες και μάρμαρα ικανού βάρους από μεγάλο ύψος, όπως τις
ταράτσες των πολυκατοικιών αλλά μόνον η πρόκληση αναστάτωσης ή/και η απώθηση των αστυνομικών δυνάμεων που επιχειρούσαν να τους απομακρύνουν από την περιοχή των Εξαρχείων ή/και να τους συλλάβουν.

Τονίζεται όμως στο σκεπτικό του παραπάνω βουλεύματος πως η ρίψη κοκτέιλ μολότοφ δεν είναι πλήρως ακίνδυνη ακόμα και όταν στόχος είναι πεζοί άνδρες των ΜΑΤ αφού με τη ρίψη τους αποδεχόταν την πιθανότητα να τραυματιστεί ελαφρά κάποιος αστυνομικός, είτε από την θραύση του μπουκαλιού είτε από την μικρής έκτασης φωτιά που τυχόν μεταδιδόταν στη στολή του, αποτέλεσμα που πράγματι έχει την ικανότητα να προκαλέσει το συγκεκριμένο όπλο. Για τους λόγους αυτούς
παρέπεμψε τον κατηγορούμενο μεταξύ άλλων πράξεων αλλά για απόπειρα απλής σωματικής βλάβης. 

Εξίσου όμως ενδιαφέρουσα είναι και άλλη μια σκέψη της παραπάνω απόφασης όπου ενώ είχαν αρχικά αποδοθεί ευθύνες στον κατηγορούμενο για εμπρησμό από κοινού το βούλευμα με δεδομένο ότι κανείς από τους μάρτυρες δεν ανέφερε συγκεκριμένα ότι ο κατηγορούμενος προκάλεσε τις φωτιές αυτές σε συνδυασμό με την άποψη πως «η θέση της αστυνομίας να κατηγορηθεί κάθε συλληφθείς για από κοινού τέλεση όσων πράξεων τελέστηκαν από το πλήθος στο οποίο αυτός συμμετείχε, συνιστά απόδοση συλλογικής ευθύνης που απορρίπτεται από το δίκαιο» τελικώς δεν τον παρέπεμψε ούτε και για το αδίκημα του εμπρησμού. Βέβαια στο ανωτέρω έπαιξε ρόλο και το γεγονός πως δεν πληρούνταν η αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης του εμπρησμού, της οποίας ουσιώδες στοιχείο είναι η πρόκληση πυρκαγιάς με οποιοδήποτε τρόπο, δηλαδή, η έκρηξη φωτιάς σημαντικής και ασυνήθους έκτασης, που έχει την τάση εξάπλωσης και δεν μπορεί να κατασβηστεί εύκολα, η οποία υφίσταται, όταν, μετά την απομάκρυνση του δράστη και την ανάλωση της εμπρηστικής ύλης, υλικού ή μηχανισμού, η φωτιά μπορεί να συνεχιστεί αυτοδυνάμως, κάτι που δε φαίνεται να συνέτρεχε στην εξεταζόμενη υπόθεση.

Κοινοποίηση

Πρόσφατες Αναρτήσεις