Με την απόφαση Karakasidis κατά Ελλάδας της 16ης Δεκεμβρίου 2025 (Αρ. Προσφ. 46737/2020), το ΕΔΔΑ καταδίκασε την χώρα μας για παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας, στηλιτεύοντας την πρακτική των δικαστηρίων να μετατοπίζουν ανεπίτρεπτά το βάρος απόδειξης της αθωότητας στον κατηγορούμενο, ακυρώνοντας έτσι στην πράξη το τεκμήριο αθωότητας.

Ο προσφεύγων υπεβλήθη στις 8 Νοεμβρίου 2011 σε τυχαίο τροχονομικό έλεγχο, κατά την διάρκεια του οποίου εντοπίστηκαν σε ένα κουτί στη ρεζέρβα του αυτοκινήτου του που περιείχε  περίπου τριάντα κοσμήματα και αρκετούς πολύτιμους λίθους. Σε ερωτήσεις των αστυνομικών για την προέλευση των αντικειμένων αυτών, ανέφερε ότι τα κοσμήματα ανήκαν στην σύζυγό του και ότι τα είχε μεταφέρει προσωρινά στο αυτοκίνητο, για λόγους ασφαλείας, καθώς λίγους μήνες νωρίτερα διαρρήκτες είχαν εισέλθει στην οικία του, γεγονός που είχε καταγγείλει στις αρχές. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν έγιναν δεκτοί από τις αρχές και έτσι σχηματίστηκε σε βάρος του δικογραφία για το αδίκημα της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος. Τα δε κοσμήματα και οι πολύτιμες πέτρες κατατέθηκαν τον Δεκέμβριο του 2012 στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.

Ο προσφεύγων τελικά καταδικάστηκε σε πρώτο βαθμό για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος ενώ η έφεσή του απορρίφθηκε. Το εφετείο απέδωσε ιδιαίτερη σημασία στο ότι τα κοσμήματα  βρέθηκαν κρυμμένα στο όχημα του και ότι οι εξηγήσεις του κατηγορουμένου δεν κρίθηκαν πειστικές. Συγκεκριμένα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι ο κατηγορούμενος δεν κατόρθωσε να αποδείξει τον ισχυρισμό του περί κυριότητας της συζύγου του. Για το Εφετείο, οι ειδικότερες περιστάσεις υπό τις οποίες ανευρέθηκαν τα αντικείμενα επέτρεπαν τη συναγωγή ότι τα κοσμήματα προέρχονταν από έγκλημα και ότι ο κατηγορούμενος τελούσε σε γνώση της παράνομης προέλευσής τους.

Η αναίρεση που ακολούθησε απορρίφθηκε, με αποτέλεσμα η καταδίκη να καταστεί τελεσίδικη Ειδικότερα, ο Άρειος Πάγος έκρινε επαρκή την αιτιολογία του Εφετείου, δεχόμενος ότι είχαν εκτεθεί τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωση του αποδοθέντος αδικήματος, ιδίως ως η γνώση της παράνομης προέλευσης συμπληρώνοντας ότι δεν απαιτούνταν περαιτέρω ειδικότερα στοιχεία πέραν της διαπίστωσης ότι τα κοσμήματα ανευρέθηκαν στο αυτοκίνητο και δεν ανήκαν στη σύζυγο του κατηγορουμένου.

Το ΕΔΔΑ σημείωσε ότι το τεκμήριο αθωότητας δεν επιτρέπεται να αποτελεί απλή διακήρυξη, αλλά ουσιαστικό κανόνα της ποινικής δίκης. Η κατηγορούσα αρχή είναι αυτή που φέρει το βάρος απόδειξης της ενοχής του κατηγορουμένου. Σύμφωνα με το Δικαστήριο, τα εθνικά δίκαια μπορούν να χρησιμοποιούν τεκμήρια ή συμπεράσματα από περιστατικά μόνο υπό προϋποθέσεις. Όμως τα συμπεράσματα αυτά πρέπει να παραμένουν εντός εύλογων ορίων, να στηρίζονται σε ισχυρή πραγματική βάση και να μην καταλήγουν, είτε άμεσα είτε έμμεσα σε ανεπίτρεπτη μετατόπιση του βάρους απόδειξης (burden shifting).

Σύμφωνα με την ως άνω προσέγγισή του, δεν αποτελεί κρίσιμο ζήτημα εάν η εξήγηση που δίνει ο κατηγορούμενος είναι πειστική ή μη, αλλά εάν η ενοχή θεμελιώνεται επαρκώς δυνάμει συγκεκριμένων και ελέγξιμων αποδείξεων και πραγματικών περιστατικών. Το ΕΔΔΑ, έτσι, έκρινε ότι το σκεπτικό των εθνικών αποφάσεων έπασχε, τόσο σε σχέση με την απόδειξη της παράνομης προέλευσης των αντικειμένων όσο και με την απόδειξη της γνώσης του κατηγορουμένου αυτής. Συγκεκριμένα, η καταδίκη δεν στηρίχθηκε σε σαφή αποδεικτικά στοιχεία που να συνδέουν τα συγκεκριμένα αντικείμενα με συγκεκριμένο έγκλημα (π.χ. προσδιορισμένη κλοπή, παθόντα, χρονικό και τρόπο τέλεσης) ή σε ενδείξεις που να τεκμηριώνουν ότι ο προσφεύγων γνώριζε ή όφειλε, με βάση συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, να γνωρίζει την παράνομη προέλευση των ευρεθέντων αντικειμένων.

Αντιθέτως η κρίση περί ενοχής του στηρίχθηκε στον τρόπο ανεύρεσης των κοσμημάτων και στο γεγονός ότι ο ισχυρισμός περί κυριότητας από την σύζυγό του δεν αποδείχθηκε επαρκώς από τον ίδιο. Έτσι, όμως, το αποδεικτικό βάρος μετακινήθηκε ανεπίτρεπτα από την κατηγορούσα αρχή στον ίδιο τον κατηγορούμενο αφού η ενοχή του προέκυψε ουσιαστικά από την αποτυχία του κατηγορουμένου να αποδείξει τη δική του εκδοχή.

Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η προσέγγιση αυτή παραβιάζει το άρθρο 6 § 2 επηρεάζοντας συνολικά τη δίκαιη φύση της δίκης (άρθρο 6 § 1),  ιδίως διότι η καταδικαστική κρίση δεν συνοδεύθηκε από επαρκή και ελέγξιμη αιτιολογία, ικανή να καταδείξει, με βάση συγκεκριμένα αποδεικτικά δεδομένα, αφενός γιατί τα επίμαχα αντικείμενα ήταν προϊόντα εγκλήματος και αφετέρου γιατί ο κατηγορούμενος τελούσε σε γνώση της παράνομης προέλευσής τους. Το ΕΔΔΑ επιδίκασε στον προσφεύγοντα χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη καθώς και ποσό για δικαστικά έξοδα, αναγνωρίζοντας ότι η ίδια η διαδικασία που οδήγησε στην καταδίκη δεν πληρούσε τις ελάχιστες εγγυήσεις του άρθρου 6.

Η σημασία της απόφασης είναι ιδιαιτέρως βαρύνουσα, καθόσον το Δικαστήριο διευκρινίζει ότι η αρχή της «ηθικής απόδειξης» και η ελεύθερη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων δεν δύνανται να λειτουργούν ως μηχανισμός αναπλήρωσης αποδεικτικών ελλειμμάτων ούτε να νομιμοποιούν δικανικές εικασίες. Αντιθέτως, οι κατηγορούσες αρχές οφείλουν να θεμελιώνουν την ενοχή σε συγκεκριμένα, επαρκώς προσδιορισμένα και ελέγξιμα αποδεικτικά δεδομένα, ακόμη και όταν η κρίση αφορά στοιχεία της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος. Παράλληλα, η απόφαση αναδεικνύει τη λειτουργική σύνδεση του τεκμηρίου αθωότητας με την αρχή in dubio pro reo και ενισχύει την αξίωση επαρκούς και ειδικής αιτιολογίας, ως θεσμικής εγγύησης έναντι της αυθαιρεσίας και ως προϋπόθεσης ελέγχου της δικανικής συλλογιστικής υπό όρους λογικής και νομικής συνέπειας.

https://hudoc.echr.coe.int/#%7B%22itemid%22:%5B%22001-247551%22%5D%7D

Κοινοποίηση

Πρόσφατες Αναρτήσεις